Επικοινωνία Εκτύπωση  

   
ΔΗΜ. ΚΑΡΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
Οι "περιοδικοί ή διαλείποντες πυρετοί"
κατά την προεπαναστατική εποχή.
 
Ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συνέδριο «Ιστορία του ανθελονοσιακού αγώνα στην Ελλάδα»
Λάρισα, 4-5 Δεκεμβρίου 1999
Διοργάνωση: Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και Φίλοι του Μουσείου Ελληνικής Ιατρικής
Περιοδικό ΔΕΛΤΟΣ, Η Ιστορία της ελονοσίας στην Ελλάδα, τευχ. 30, Δεκ. 2005, σελ. 26 - 30
Αρχείο PDF
 
Η ελονοσία αποτελούσε μία από τις συνήθεις ασθένειες, που από αρχαιοτάτων χρόνων έπλητταν τους πληθυσμούς των πεδινών κυρίως περιοχών του ελληνικού χώρου. Γι' αυτό και έχουν χρησιμοποιηθεί πολλοί όροι για τη νοσολογική αυτή οντότητα, όπως «ελειογενείς πυρετοί» [1], «διαλείποντες πυρετοί»[2], «περιοδικοί πυρετοί», «ελώδεις πυρετοί»[3], «θέρμη διαλείπουσα ή περιοδική»[4], και τέλος ο όρος «ελονοσία»[5]. Για την νοσολογική αυτή οντότητα καταβλήθηκε προσπάθεια να διερευνηθούν και να διαπιστωθούν εκείνα τα οποία αναγράφονται στα ελληνικά ιατρικά βιβλία, που εκδόθηκαν κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνος και των δύο προεπαναστατικών δεκαετιών. Η διερεύνηση έδειξε ότι πολύ συχνά γίνεται λόγος για τη νοσολογική αυτή οντότητα, που κατά κανόνα αποδιδόταν με τον όρο «περιοδικοί πυρετοί».

***

Ο λόγιος Αντώνιος Στρατηγός, (1691;-1758), καθηγητής στο ελληνικό Κωττουνιανό Σχολείο της Πάδοβας θέλοντας να ωφελήσει το γένος του για την αντιμετώπιση της συχνής αρρώστιας των περιοδικών πυρετών, που ταλαιπωρούσε τον ελληνικό πληθυσμό, μετέφρασε από την ιταλική γλώσσα το βιβλίο του χειρουργού και ανατόμου «Ιωάννου Δομινίκου Σαντορίνου» (Giovanni Domenico Santorini, 1681-1737) και το εξέδωσε με τίτλο Διδασκαλία θεωρικοπρακτική περί των πυρετών [6]. Επισημαίνεται ότι ο Σαντορίνι είχε περιγράψει μεταξύ των άλλων τον επικουρικό πόρο του παγκρέατος, που φέρει το όνομά του, το ωχρό σωμάτιο και είχε δημοσίευσε αξιόλογες ανατομικές παρατηρήσεις επί του μυϊκού συστήματος του προσώπου, του λάρυγγος και του πέους[7].

Ο Αντώνιος Στρατηγός αναφέρει στον πρόλογό του προς τους αναγνώστες πως «ανάμεσα εις τόσα ιατρικά βιβλία, οπού καθημερινώς τυπώνονται εδώ και εις άλλους τόπους, μου εφάνη αρεστή πολλά και αρμόδιος εις τον σκοπόν μου εκείνη η διδασκαλία περί των πυρετών», που τυπώθηκε όπως σημειώνει στα ιταλικά το 1734. Σημειώνει ακόμη ότι παρακινήθηκε «εις τέτοιον έργον κοινής ωφελείας από την μεγάλην επιθυμίαν πολλών ευγενών σπουδαίων, και εξόχως Ιωάννου Βαπτιστού Χαρβουρίου, Κεφαλληνέως, και δόκτορος Γεωργίου Μόρμορη Κυθηρίου». Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι ο Στρατηγός γράφει το βιβλίο του «εις την κοινήν και απλήν μας γλώσσα», και τούτο διότι όπως παρατηρεί «δια να δηνηθή ο αναγνώστης να καταλάβη» όλα όσα περιέχονται στο βιβλίο. Στο πρώτο κεφάλαιο «Περί περιοδικών πυρετών»[8], δίνει τον ορισμό των περιοδικών πυρετών τους οποίους αποκαλεί και «διαλείποντες» και τους διακρίνει σε τρεις κατηγορίες, τον αμφημερινό, τον τριταίο και τον τεταρταίο πυρετό: «Ο πυρετός οπού ξαναγυρίζει ύστερον από μίαν ημέραν καλείται αμφημερινός», «εκείνος οπού ξαναγυρίζει ύστερον από δύο ημέρας λέγεται τριταίος», ο οποίος «συμβαίνει επί το πλείστον εις το ανάβρασμα του θέρους και ξαπλώνεται παρέκι από το μισόν του φθινοπώρου, προερχόμενος συνεχώς από την αταξίαν ή εμπόδισμα της διαφορήσεως» δίνοντας έτσι και μια απάντηση στην αιτία αυτού του πυρετού και «εκείνος οπού ξαναγυρίζει ύστερον από τρεις ημέρας, κράζεται τεταρταίος». Σημειώνει ακόμη ότι τον τριταίο πυρετό τον διακρίνει κανείς και από την συμπτωματολογία του «αν τα κάτουρα είναι χρωματισμένα και χοντρά», δηλαδή από την επίδρασή του στους νεφρούς. Αναφέρονται οι εκδηλώσεις του περιοδικού πυρετού ότι «αρχινά με κρύο αισθητόν και τελειώνει με πλήθος ιδρώτων». Τονίζει ότι στον τεταρταίο «είναι ενωμένη μία αισθητή φούσκωσις μερικών εντοσθίων και μάλιστα του σπληνός». Ως το καλλίτερο θεραπευτικό μέσο παραθέτει το «ληξιπύρετον ήγουν διώκτιον του πυρετού», την ΄΄κίνα-κίνα΄΄, για την οποία σημειώνεται ότι «είναι ο περιβόητος φλοιός του ινδικού εκείνου δένδρου οπού εφανερώθη προς το τέλος του απερασμένου αιώνος», δηλ. του 17ου αιώνος.

Οι «διαλείποντες πυρετοί» αναφέρονται επίσης στο βιβλίο του Ιωάννη Αδάμη, Σύντομος Ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων ιατρικών [9]. Οι πυρετοί διακρίνονται στον «καθημερινό», όπως ονομάζεται ο αμφημερινός πυρετός, ή «θερμασία», στον «τριήμερον ή τριταίον» και στον «τεταρταίον πυρετόν», τον οποίο ονομάζει και με τον ιταλικό όρο «καρτάνα». Ενδιαφέρον έχει ότι οι διαλείποντες πυρετοί μνημονεύονται και ως «κρυμώδεις ήτοι κρύγιοι πυρετοί», όρος που απαντάται σε αρχαία κείμενα[10]. Στο τέλος καταχωρίζεται ιδιαίτερο κεφάλαιο με τίτλο «δια κάποιαν ακίνδυνον και ταχείαν θεραπείαν του τριταίου πυρετού», που είναι ένα είδος «των κρυμωδών ή διαλειπόντων πυρετών», δηλ. τις θερμασίες που κατά διαστήματα πιάνουν τον άνθρωπο. Αναφέρει τα «σημεία του τριταίου πυρετού» και δίνει συμβουλές για λήψη των φαρμάκων και των τροφών. Αναφέρονται ακόμη διάφορα φάρμακα για την αντιμετώπιση των διαλειπόντων πυρετών, όπως η «πικρά εσσέντζια», η «ανθυποχονδριακή εσσέντζια» και η «βεζοαρδική σκόνη».

«Περί θέρμης περιοδικής» κάνει αναφορά το βιβλίο του διασήμου ιατρού εκ Λωζάννης S. A. Tissot, (1728-1797), που μετέφρασε και εξέδωσε ο Γεώργιος Βεντότης, (1757-1795), με τίτλο Νουθεσίαι εις τον λαόν[11]. Αναφέρεται η συμπτωματολογία τονίζοντας ότι «ένα από τα συμπτώματα οπού χαρακτηρίζουν τοιαύτην θέρμην, είναι η φύσις των κατούρων οπού κάμνει ο άρρωστος εις το τέλος της εισβολής, είναι κόκκινα και έχουν ένα αποκάθημα οπού παρομοιάζει το τούβλον τριμμένον», καθώς και η θεραπεία με την «κίνα». Διακρίνεται η «περιοδική θέρμη» στον πυρετό της Ανοίξεως και του Φθινοπώρου.

Ο λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας, (1744-1804), μεταφράζει και εκδίδει το βιβλίο του καθηγητού στην Πέστη και Βιέννη Σαμουήλ Ρατζ, (1744-1807) με τίτλο Ιατρικαί παραινέσεις [12], στο οποίο περιέχεται κεφάλαιο «Περί του διαλείποντος πυρετού». Δίνει τον ορισμό του δειαλείποντος πυρετού σημειώνοντας ότι «ο πυρετός οπού μερικάς ώρας ή ημέρας τελείως αφήνει τον ασθενή και ύστερον επιστρέφει και τυραννεί αυτόν καθώς το πρώτον, επειδή ελλείπει από τον δρόμον του διαλείπων πυρετός ονομάζεται», ενώ μερικοί τον αποκαλούν «τεινάζοντα ή σείντα πυρετόν», καθώς και τα είδη «εφήμερος, τριταίος και τεταρταίος πυρετός». Περιγράφει τη συμπτωματολογία του διαλείποντος πυρετού ως εξής: «ο ασθενής άρχεται να αδυνατή και συχνάκις χασμείται, πολύ ξεροτανιέται, ύστερον ανατριχιάζει εις την ράχιν, οι όνυχες γίνονται υακίνθου χρώματος, αι χείρες και πόδες ψυχραίνονται, αι υπό το δέρμα φλέβες ατονούσι και ωσάν να μην ήσαν πλέον ο σφυγμός σμικρύνεται και άρχεται να κρούη λίαν ταχέως». Και συνεχίζει παρατηρώντας ότι «ο ασθενής ψυχραίνεται εις όλα τα εξωτερικά μέρη αυτού. Μετ’ ολίγον άρχονται και τα εσωτερικά μέρη να ψυχραίνονται. Ο ασθενής τρέμει και λίαν τινάσσεται. Συχνάκις κρούει και τρίζει τους οδόντας, ταλαιπωρείται, διψά, βδελύττεται το φαγητόν, ενίοτε εκβάλλει χολήν ή φλέγμα και έχει καφαλαλγίαν μεγάλην». Επίσης αναφέρει τα συμπτώματα που θα οδηγήσουν στην φλοβοτομία. Συγκεκριμένα τοινίζει ότι «εις την θέρμην αν η κεφαλαλγία είναι ανυπόφορος., η καύσις μεγάλη, η δίψα ανυπόμονος, η πνοή δύσκολος, ο ασθενής παραλογίζεται, το πρόσωπον του κοκκινίζει, οι οφθαλμοί ερυθροί, ο σφυγμός άρχηται να εκτείνηται και να σκληρύνηται, αι ίνες να εφέλκονται, τότε πρέπει να φλεβοτομηθή ο ασθενής και να δέσωσιν εις τους πόδας και βραχίονας αυτού επισπαστικόν έμπλαστρον». Ο Ζαβίρας αναγράφει και τα διάφορα θεραπευτικά μέσα με κύριο φάρμακο την «κίνα». Σημειώνει «ουδόλως πρέπει να φοβήται τις από την κίναν ότε ο στόμαχος και τα εντόσθια εκκαθαρίσθησαν και το πρίσμα του ήπατος, της σπληνός και του μεσεντερίου διελύθη... ουδέποτε έως τώρα προξένησε ζημίαν τινά και ούτε θέλει προξενήση. Η κίννα όσον περισσοτέρα τόσον ωφελιμώτερη είναι, όθεν αφθόνως πρέπει να δίδηται τω ασθενή».

Ειδική μελέτη με τίτλο «Πονημάτιον επάνω εις την Κίναν-Κίναν και μεταχείρισιν αυτής εις τους περιοδικούς πυρετούς, γεγραμμένον εις την Ιταλικήν διάλεκτον παρά Μελισσηνού Αγγέλου Κεφαληνέως, στεφανωθέντος εις την ιατροχειρουργικήν τέχνην, 1811 Μεδιόλανα» παρουσιάζεται από τον ΄Ανθιμο Γαζή στο σημαντικό προεπαναστατικό περιοδικό Ερμής ο Λόγιος [13]. Το βιβλίο με 171 σελίδες εκδόθηκε στην ιταλική γλώσσα από τον εκ Κεφαλληνίας ιατρό ΄Αγγελο Μελισσηνό. Αντίτυπο του βιβλίου με ιδιόχειρο αφιέρωση του συγγραφέα Μελισσηνού προς τον Γαζή έχουμε εντοπίσει στη Βιβλιοθήκη των Μηλεών Πηλίου, που υποθέτουμε ότι στάλθηκε στη Βιέννη. Εξηγείται κατ’ αυτόν τον τρόπο η παρουσίαση του βιβλίου από τον Γαζή[14], ο οποίος αναλύει το περιεχόμενο του βιβλίου, που απαρτίζεται από πέντε κεφάλαια. Αναφέρει ότι το «πρώτον καταγίνεται εις την ιστορίαν της κίνας-κίνας» επισημαίνοντας ότι άλλα τέσσερα είδη της κίνας έχουν εφευρεθεί παρά του Αγγέλου Δελλαδέτζιμα καθηγητού στην Ιατρική Σχολή της Πάδοβας. Το δεύτερο μέρος περιέχει τη χημική ανάλυση «με πολλάς νέας παρατηρήσεις πειραμάτων» που έφερε στο φως. Το τρίτον μέρος αναφέρεται «επί της παθολογικής εξετάσεως των περιοδικών πυρετών». Το τέταρτον μέρος «εις την δόσιν της κίνας-κίνας των πρώτων και απλών περιοδικών πυρετών». Το πέμπτον και τελευταίο μέρος «εις την ιδίαν χρήσιν (της κίνας επί) των δευτέρων και συνθέτων αυτών» περιοδικών πυρετών. Και ο Γαζής περατώνει την παρουσίαση του βιβλίου του Μελισσηνού με την παρατήρηση ότι «όχι ολίγην ωφέλειαν θέλουν λαβείν εκείνοθι οίτινες εις την Ιατρικήν τέχνην αφιερώθησαν». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γαζής καταχωρίζει στον Ερμή το Λόγιο και μία μελέτη εκ δέκα σελίδων του Αγγέλου Μελισσηνού για τον δαμαλισμό, που επιγράφεται «Διάλεξις επί της αγελαδινής ευλογιάς».

Για το φάρμακο το ονομαζόμενο «κίνα» για τους «διαλείποντας και κακοήθεις πυρετούς» γράφει σχετικά ο ιατρός Σέργιος Ιωάννου στο κεφάλαιο «Περί της ιατρικής ύλης» του βιβλίου του Πραγματείας ιατρικής, τόμος πρώτος, περιέχων επίτομον Ιστορίαν της Ιατρικής τέχνης [15]. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «η εύρεσις του θαυμαστού εκείνου φλοιού, απλώς ονομαζομένου Κίνα, είναι η πλέον αξιομνημόνευτος εποχή εις τα χρονικά της Ιατρικής». Και προσθέτει ότι «ο περουβιανός ούτος φλοιός, ο οποίος έπρεπε να ονομασθή δώρον του ουρανού, εφάνη εις την Ευρώπην κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα τω 1639 έτει», και ότι οι Ιησουίται τον έφεραν εκ της Μεσημβρινής Αμερικής[16]. Μάλιστα τονίζει ότι οι ιθαγενείς της Αμερικής «πρό πολλών αιώνων τον εμεταχειρίζοντο εις τους διαλέιποντας και κακοήθεις πυρετούς».

Παρατηρεί ακόμη ότι το φάρμακο αυτό λόγω της υπερόγκου τιμής το ενόθευαν και ότι μερικοί ιατροί εναντιώθηκαν στη χρησιμοποίηση του, «η πρόληψις, η αμάθεια και αλαζονεία των τότε ιατρών εκήρυξαν άσπονδον πόλεμον κατά του νεοφανούς ιατρικού, το οποίον κατέσκαπτε τα θεμέλια της εκείνων δόξης και υπολήψεως». Ωστόσο ο Σέργιος Ιωάννου συμπληρώνει ότι τα βιβλία που έγραψαν εναντίον του φλοιού της κίνας «έμειναν άχθος ετώσιον[17] και ανωφελές εις τας βιβλιοθήκας πρός όνειδος της τέχνης». Και καταλήγει λέγοντας ότι «ο χρόνος είναι πατήρ της αληθείας, διό και σήμερον ο κόσμος όλος γνωρίζει τας θαυμαστάς δυνάμεις και ενεργείας του ηρωϊκού τούτου βοτάνου, του οποίου η εύρεσις έγινεν εποχή εις την της Ιατρικής Ιστορίαν». Σημειώνεται ακόμη ότι την «κίνα» αναφέρει και ο Διονύσιος Πύρρος στο βιβλίο του στην Φαρμακοποιϊα γενική [18], ενώ στο εγκυκλοπαιδικό βιβλίο Εικονολογία παιδική του 1812 δημοσιεύεται και έγχρωμη εικόνα της «κιγχόνης ή πυρετοφλοιού (κίνας)»[19].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά για την αποδρομή της ελονοσίας όταν αποξηραίνονται τα λιμνάζοντα νερά, που ο ιατρός Αναστάσιος Γεωργιάδης, ο και Λευκίας αποκληθείς, πρώτος καθηγητής της Ιστορίας της Ιατρικής στο ιδρυθέν κατά το 1837 Πανεπιστήμιο Αθηνών, σημειώνει στο βιβλίο του Αντιπανάκεια[20], ότι στην ιδιαιτέρα του πατρίδα τη Φιλιππούπολη της Θράκης, αν και είναι σε πολύ υγιεινή τοποθεσία, οι διαλείποντες πυρετοί κατά το μέσον και τέλος του θέρους είναι ενδήμιοι. Κατά τη καλλιέργεια της ορύζης όχι και μακρυά της πόλεως το νερό σήπεται και διαφθείρει την ατμόσφαιρα. Μάλιστα σημειώνει ότι οι πυρετοί αυτοί είναι ανθεκτικοί στη θεραπεία «τοις ισχυροτάτοις πυρετοφυγαδετικών φαρμάκων» και καταλήγει με την παρατήρηση ότι αυτοί οι ανθεκτικοί διαλείποντες πυρετοί εξαφανίζονται όταν ξηραίνονται και τα λιμνάζοντα νερά, «ξηρανθέντι τω ελλιμνάζοντι ύδατι, συγξηραινόμενοι, ούτως ειπείν, και συμφεύγοντες».

Τέλος μνημονεύεται και ο Κανονισμός του Ιονίου Ιατρικού Κολλεγίου[21], του 1802, ο οποίος στο άρθρο 24 στους σκοπούς του περιλαμβάνει τον έλεγχο της νοσηρότητας που προέρχεται από τους εξωτερικούς παράγοντες, όπως τα λιμνάζοντα νερά και τα έλη, που αποτελούσαν εστίες εκδηλώσεως των περιοδικών πυρετών, «είναι αντικείμενον των μελετών του Κολλεγίου παν ότι σχετίζεται με την γενικήν και τοπικήν νοσηρότητα. Επομένως η φυσική και χημική κατάστασις της ατμοσφαίρας, τα έλη, τα λιμνάζοντα ύδατα, αι αλυκαί, αι τάφροι».


Συμπέρασμα

Το σοβαρό πρόβλημα της ελονοσίας απασχόλησε τους ΄Ελληνες ιατρούς της προεπαναστατικής περιόδου, όπως διαπιστώνεται από τις πληροφορίες για τους περιοδικούς πυρετούς που καταχωρίζονται στα ελληνικά ιατρικά βιβλία, τα εκδοθέντα κατά δεύτερο μισό του 18ου αιώνος και τις δύο προεπαναστατικές δεκαετίες. Εντοπίσθηκαν αναφορές για τους περιοδικούς πυρετούς, όρος που κατά κανόνα τότε χρησιμοποιούνταν για την νοσολογική οντότητα της ελονοσίας. Διαπιστώθηκε ότι μνημονεύονται οι κλινικές εκδηλώσεις των περιοδικών πυρετών και η θεραπευτική τους αντιμετώπιση. Για την αιτιολογία των περιοδικών πυρετών υποστηριζόταν ότι οφειλόταν στη σήψη, που παρατηρούνταν στα λιμνάζοντα νερά με αποτέλεσμα να διαφθείρεται η ατμόσφαιρα και να προκαλούνται οι πυρετοί.


Ελονοσία. Η νοσολογική αυτή οντότης γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων στους πληθυσμούς των πεδινών κυρίως περιοχών, αποδίδεται με τους όρους «περιοδικοί πυρετοί», «διαλείποντες πυρετοί» και «θέρμη περιοδική»[22]. Ο Αντώνιος Στρατηγός[23] αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο στους περιοδικούς ή διαλείποντες πυρετούς, τους οποίους διακρίνει σε τρεις κατηγορίες, λέγοντας ότι «ο πυρετός οπού ξαναγυρίζει ύστερον από μίαν ημέραν καλείται αμφημερινός», «εκείνος οπού ξαναγυρίζει ύστερον από δύο ημέρας λέγεται τριταίος» και «εκείνος οπού ξαναγυρίζει ύστερον από τρεις ημέρας, κράζεται τεταρταίος». Ο Ιωάννης Αδάμης τους διαλείποντες πυρετούς τους αποκαλεί και με τον όρο «κρυμώδεις»[24], στους οποίους περιλαμβάνονται ο «καθημερινός», ο «τριήμερος ή τριταίος» και ο «τεταρταίος ή καρτάνα», χρησιμοποιώντας και τον αντίστοιχο ιταλικό όρο. Ο Γεώργιος Βεντότης[25] κάνει λόγο «Περί θέρμης περιοδικής», τονίζοντας ότι ένα από τα συμπτώματα πού την χαρακτηρίζουν είναι η εμφάνιση ούρων στο τέλος της εισβολής του πυρετού «κόκκινα και έχουν ένα αποκάθημα οπού παρομοιάζει το τούβλον τριμμένον». Επίσης ο Γεώργιος Ζαβίρας γράφει «Περί του διαλείποντος πυρετού» με την συμπτωματολογία του και ο Αναστάσιος Γεωργιάδης[26] παρατηρεί ότι στη πατρίδα του τη Φιλιππούπολη μετά την καλλιέργεια της ορύζης, που αποξηραίνεται η περιοχή, παύουν και οι διαλείποντες πυρετοί.

Σχετικά με την θεραπεία της ελονοσίας οι ανωτέρω μνημονευθέντες συγγραφείς υποστηρίζουν ως το καλλίτερο φάρμακο την «κίνα-κίνα» ή «περουβιανό φλοιό», που εισήχθη από την Αμερική τον 17ο αιώνα, όπως παρατηρεί ο Σέργιος Ιωάννου, ο ποίος διεξοδικά γράφει για το φάρμακο αυτό, ενώ έγχρωμη εικόνα της «κιγχόνης ή πυρετοφλοιού (κίνας)»[27] δημοσιεύεται στο εγκυκλοπαιδικό βιβλίο του 1812. Επιπροσθέτως ειδική μελέτη με τίτλο «Πονημάτιον επάνω εις την Κίναν-κίναν και μεταχείρισιν αυτής εις τους περιοδικούς πυρετούς», 1811, του εκ Κεφαλληνίας ιατρού Αγγέλου Μελισσηνού παρουσιάζεται από τον Ανθιμο Γαζή στον Ερμή τον Λόγιο[28]


--------------------------------------------------------------------------------

[1] Βλ. Γαληνού, 17 (Ι) 889. Ν. Κωστή, Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας, Εν Αθήναις 1855, σελ. 291. Ο ΄Ι. Καρδαμάτης γράφει Πραγματεία περί ελειογενών νόσων, Αθήνα 1909.

[2] Ο Γαληνός στο "Περί διαφοράς πυρετών, Βιβλίον δεύτερον", κεφ. β΄ (έκδ. G. C. Koehn, Γαληνού ΄Απαντα, τόμ. 7, Λειψία 1824, [επανέκδοση 1997], σελ. 336), αναφέρει τους «διαλείποντες πυρετούς», στους οποίους περιλαμβάνει τον «αμφημερινόν, τον τριταίον και τον τεταρταίον». Βλ. επίσης Piorry, P. A, (1794-1879), Διατριβή περί της θειϊκής κινίνης προς τους διαλείποντας πυρετούς», μετάφραση Μιχ. Δαμιράλη, Αθήνα 1848. Γερ. Ρηγάτου, Ιστορία της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, 1835-1985, Αθήνα 1985, σελ. 82. Αριστ. Κούζη, «Τινά περί των ελειογενών πυρετών κατά τους αρχαίους Ελληνες συγγραφείς», Αρχεία Ιατρικής, Δ΄, 1908, σελ. 241-244 και 264-265.

[3] Το 1905 είχε συσταθεί επιστημονικό σωματείο με τίτλο «Συλλόγος προς περιστολήν των Ελωδών νόσων» , που εξέδωσε για τον σκοπό αυτό μερικές εκδόσεις όπως Οδηγίαι προς προφύλαξιν από των ελωδών πυρετών, Αθήνα 1905, του Στεφάνου Ζωγραφίδη, Προφύλαξις από των ελωδών πυρετών δια της καταπολεμήσεως των κωνώπων κατά Ronald Ross, Αθήναι 1906, του Αριστ. Κούζη, Τι είναι οι ελώδεις πυρετοί και πως δυνάμεθα να προφυλαχθώμεν από αυτούς, (διάλεξις δια τον λαόν), Εν Αθήναις 1936. Σημειώνουμε ότι τον όρο «ελώδης πυρετός» τον χρησιμοποιεί αργότερα και ο Μικές Παϊδούσης, «Πέντε περιπτώσεις ελώδους εντερορραγίας», Ελληνική Ιατρική, έτος 8ον, τεύχ. 4ον, 1934, σελ. 1-8.

[4] Ο όρος «θέρμη» είναι κυρίως δημώδης, αλλά αναγράφεται όμως από τον Γεώργιο Βεντότη στο Νουθεσίαεις τον λαόν, Βενετία 1780, σελ. 187 και από τον Διονύσιο Πύρρο τον Θετταλό, Ιατρικόν εγκόλπιον, Εν Ναυπλίω, 1831, τόμ. 1, σελ. 92.

[5] Τελευταία καθιερώθηκε ο όρος «ελονοσία», όπως μπορεί κανείς ενδεικτικά να δεί σε μελέτες, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Η Μελέτη του 1907: Κωνστ. Σάββας, «Ο κατά της ελονοσίας αγών. Ronald Ross», σελ. 22-26 του ιδίου «Η καταπολέμησις της ελονοσίας δι’ απλών μέσων», 367-371, « Η έκθεσις του Δρος Ronald Ross περί της ελονοσίας εν Ελλάδι», σελ. 26-31.

[6] Για το βιβλίο αυτό καθώς και για τα παρακάτω αναφερόμενα βλ. Δημ. Καραμπερόπουλου, Η ιατρική ευρωπαϊκή ιατρική γνώση στον ελληνικό χώρο, 1745-1821, Βιβλιοθήκη Ιστορίας της Ιατρικής, αρ. 1, Εκδ. Αθ. Σταμούλης, 2003, σελ. 53 κ. εξ.

[7] A. Castiglioni, Ιστορία της Ιατρικής, ελληνική μετάφραση, επιμ. Ν. Παπασπύρου, Αθήνα 1961, τόμ. 2, σελ. 526 και 584.

[8] Αντωνίου Στρατηγού, Διδασκαλία θεωρικοπρακτική περί των πυρετών, Βενετία 1745, σελ. 13-36.

[9] Ιωάννη Αδάμη, Σύντομος Ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων ιατρικών, ¶λλη 1756, σελ. 95 και 172-180.

[10] «κρυμώδης» εκ του «κρυμός», που σημαίνει υπερβολικό κρύο, παγετός. Αναφέρεται εις το Ιπποκράτους, Περί Νούσων το Τέταρτον, 52 και 53, Περί διαίτης το Δεύτερον, 65.

[11] Γεωργίου Βεντότη, Νουθεσίαι εις τον λαόν, Βενετία 1780, τόμ. Α΄, Κεφ. ΙΗ΄, σελ. 187-201,» Περί θέρμης περιοδικής. Θέρμη της ανοίξεως και Φθινοπώρου».

[12] Γεωργίου Ζαβίρα, Ιατρικαί παραινέσεις, Πέστη 1787, σελ. 90-95.

[13] Βλ. Ερμής ο Λόγιος, 1812, σελ. 195-196.

[14] Βλ. Δημ. Καραμπερόπουλου, Περί Ανθίμου Γαζή και ιατρού Αγγέλου Μελισσηνού, Αθήνα 1998, και στο περιοδ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 32, 1997, σελ. 167-171.

[15] Σεργίου Ιωάννου, Πραγματείας Ιατρικής. Τόμος πρώτος περιέχον επίτομον Ιστορίαν της ιατρικής τέχνης, Εν Κωνσταντινουπόλει 1818, σελ. 323-324.

[16] Σημειώνουμε ότι το φυτό από όπου λαμβάνονταν ο «περουβιανός φλοιός», η «κίνα» ονομάσθηκε από τον Λινναίο "Κιγχόνη" από το όνομα της συζύγου του αντιβασιλέως του Περού, που θεραπεύθηκε από τους «ελειογενείς πυρετούς». Κατά το 1820 αποχωρίσθηκαν δύο αλκαλοειδή η κιγχονίνη και κινήνη. Βλ. Ν. Κωστή, Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας, Εν Αθήναις 1855, σελ.281-283, Σπυρ. Α. Δοντά, Φαρμακολογία, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1912, σελ. 390-393.,Π. Γ. Γεννασίου, Λεξικόν Φυτοιλογικόν, 1914, [1997], σελ. 506.

[17] Ετώσιον= άχρηστο.

[18] Διονυσίου Πύρρου Θετταλού, Φαρμακοποιϊα γενική, Κωνσταντινούπολις 1818, σελ. 39.

[19] Βλ. Μαν. και Κυρ. Καπετανάκη, Εικονολογία παιδική, τόμ. 5, Βιέννη 1812, αρ. 18.

[20] Αναστάσιος Γεωργιάδης, Αντιπανάκεια, Βιέννη 1810, σελ. 413.

[21] Ο κανονισμός του Ιονίου Ιατρικού Κολλεγίου αναγράφεται από τον Γεώργιο Κεφαλλονίτη, Ιστορία του αστικού Νοσοκομείου Κερκύρας, Κέρκυρα 1940, σελ. 45.

[22] Εχουν χρησιμοποιειθεί και οι όροι: α). «Ελειογενείς πυρετοί» από τον Γαληνό, βλ. Kuhn, τόμ. 17Α , σελ. 889. Ν. Κωστή, Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας, Εν Αθήναις 1855, σελ. 291. Ο ΄Ι. Καρδαμάτης γράφει Πραγματεία περί ελειογενών νόσων, Αθήνα 1909. β). «Ελώδεις πυρετοί». Το 1905 είχε συσταθεί επιστημονικό σωματείο με τίτλο «Συλλόγος προς περιστολήν των Ελωδών νόσων» , που εξέδωσε για τον σκοπό αυτό μερικές εκδόσεις όπως Οδηγίαι προς προφύλαξιν από των ελωδών πυρετών, Αθήνα 1905, Στεφάνου Ζωγραφίδη, Προφύλαξις από των ελωδών πυρετών δια της καταπολεμήσεως των κωνώπων κατά Ronald Ross, Αθήναι 1906, Αριστ. Κούζη, Τι είναι οι ελώδεις πυρετοί και πως δυνάμεθα να προφυλαχθώμεν από αυτούς, (διάλεξις δια τον λαόν), Εν Αθήναις 1936. Σημειώνουμε ότι τον όρο «ελώδης πυρετός» χρησιμοποιεί αργότερα και ο Μικές Παϊδούσης, «Πέντε περιπτώσεις ελώδους εντερορραγίας», Ελληνική Ιατρική, έτος 8ον, τεύχ. 4ον, 1934, σελ. 1-8. Και γ). «Ελονοσία», που καθιερώθηκε τελευταία, όπως μπορεί κανείς ενδεικτικά να δει στο περιοδικό Η Μελέτη του 1907: Κωνστ. Σάββας, «Ο κατά της ελονοσίας αγών. Ronald Ross», σελ. 22-26, του ιδίου «Η καταπολέμησις της ελονοσίας δι’ απλών μέσων», 367-371, « Η έκθεσις του Δρος Ronald Ross περί της ελονοσίας εν Ελλάδι», σελ. 26-31.

[23] Αντωνίου Στρατηγού, Διδασκαλία θεωρικοπρακτική περί των πυρετών, Βενετία 1745, σελ. 13-36.

[24] Ιωάννη Αδάμη, Σύντομος Ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων ιατρικών, ¶λλη 1756, σελ. 95 και 172-180. Ο όρος «κρυμώδης» εκ του «κρυμός», που σημαίνει υπερβολικό κρύο, παγετός, αναφέρεται εις την Ιπποκρατική Συλλογή, Περί Νούσων το Τέταρτον, 52 και 53, Περί διαίτης το Δεύτερον, 65.

[25] Γεωργίου Βεντότη, Νουθεσίαι εις τον λαόν, 1780, τόμ. Α΄, Κεφ. ΙΗ΄, σελ. 187-201,» Περί θέρμης περιοδικής. Θέρμη της ανοίξεως και Φθινοπώρου».

[26] Γεωργίου Ζαβίρα, Ιατρικαί παραινέσεις, 1787, σελ. 90-95. Αναστάσιος Γεωργιάδης, Αντιπανάκεια, 1810, σελ. 413.

[27] Σεργίου Ιωάννου, Πραγματείας Ιατρικής. 1818, σελ. 323-324. Μαν. και Κυρ. Καπετανάκη, Εικονολογία παιδική, τόμ. 5, Βιέννη 1812, αρ. 18. Σημειώνουμε ότι το φυτό από όπου λαμβάνονταν ο «περουβιανός φλοιός» ή «κίνα» ονομάσθηκε από τον Λινναίο ΄΄Κιγχόνη΄΄ από το όνομα της συζύγου του αντιβασιλέως του Περού, που θεραπεύθηκε από τους «ελειογενείς πυρετούς». Κατά το 1820 αποχωρίσθηκαν δύο αλκαλοειδή η κιγχονίνη και κινίνη. Βλ. Ν. Κωστή, Εγχειρίδιον Φαρμακολογίας, Εν Αθήναις 1855, σελ.281-283, Σπυρ. Α. Δοντά, Φαρμακολογία, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1912, σελ. 390-393.,Π. Γ. Γεννασίου, Λεξικόν Φυτοιλογικόν, 1914, [1997], σελ. 506.

[28] Ερμής ο Λόγιος, 1812, σελ. 195-196. Πρβλ. Δημ. Καραμπερόπουλου, Περί Ανθίμου Γαζή και ιατρού Αγγέλου Μελισσηνού, Αθήνα 1998, και στο περιοδ. Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμ. 32, 1997, σελ. 167-171.


Αρχή Σελίδας

Created by   2004